Ύστερα από περισσότερες από δύο δεκαετίες πολέμου, επεμβάσεων και στρατιωτικής παρουσίας, οι τελευταίες αμερικανικές δυνάμεις αποχωρούν από το Ιράκ. Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο ποιος φεύγει. Είναι ποιος πραγματικά ελέγχει την επόμενη ημέρα.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2026 κλείνει ένα τεράστιο κεφάλαιο που άνοιξε με την αμερικανική εισβολή του 2003.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρουν τις τελευταίες δυνάμεις τους από το Ιράκ, σε εφαρμογή της συμφωνημένης διαδικασίας αποχώρησης. Για τη Βαγδάτη, πρόκειται για ένα ορόσημο κυριαρχίας. Για τις οργανώσεις που πρόσκεινται στο Ιράν, για μια στρατηγική νίκη. Για πολλούς Κούρδους και Σουνίτες, αντίθετα, η επόμενη ημέρα γεννά περισσότερο φόβο παρά πανηγυρισμούς, καθώς παραμένουν τόσο οι ένοπλες πολιτοφυλακές όσο και ο κίνδυνος ανασύνταξης πυρήνων του ISIS.
Τα προβλήματα του Ιράκ, όμως, δεν φεύγουν μαζί της.
Έφυγαν οι στρατιώτες. Όχι η αμερικανική επιρροή
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση.
Μια χώρα μπορεί να μην έχει ξένα στρατεύματα στο έδαφός της και παρ' όλα αυτά να μην έχει αποκτήσει πλήρη οικονομική ελευθερία κινήσεων.
Το Ιράκ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Τα έσοδα από τις εξαγωγές πετρελαίου —τη βασική πηγή χρηματοδότησης του ιρακινού κράτους— καταλήγουν σε λογαριασμό της Κεντρικής Τράπεζας του Ιράκ στη Federal Reserve Bank of New York. Το σύστημα έχει ιστορικές ρίζες στην περίοδο μετά την εισβολή του 2003 και δημιουργήθηκε αρχικά για τη διαχείριση και προστασία των ιρακινών πετρελαϊκών εσόδων.
Σήμερα ο λογαριασμός είναι ιρακινός.
Αλλά το γεγονός ότι βρίσκεται μέσα στο αμερικανικό χρηματοπιστωτικό σύστημα δίνει στην Ουάσιγκτον έναν πανίσχυρο μοχλό πίεσης.
Το 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες έδειξαν πόσο πραγματικός είναι αυτός ο μοχλός, αναστέλλοντας αποστολή εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων σε μετρητά προς το Ιράκ έπειτα από επιθέσεις φιλοϊρανικών πολιτοφυλακών. Οι ηλεκτρονικές εμπορικές συναλλαγές συνέχισαν να πραγματοποιούνται, αλλά το πολιτικό μήνυμα ήταν δύσκολο να αγνοηθεί:
Τα αμερικανικά άρματα μπορούν να φύγουν. Το δολάριο δεν χρειάζεται άρματα για να ασκήσει ισχύ.
Το Ιράκ που άφησε πίσω του ο πόλεμος
Η εισβολή του 2003 ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν.
Δεν παρέδωσε όμως αυτομάτως στο Ιράκ ένα σταθερό κράτος.
Ακολούθησαν εξέγερση, τρομοκρατία, αιματηρός σουνιτοσιιτικός διχασμός, η άνοδος της Αλ Κάιντα στο Ιράκ και τελικά το ISIS, που το 2014 κατέλαβε τεράστιες εκτάσεις της χώρας και τη Μοσούλη.
Το ανθρώπινο κόστος υπήρξε τεράστιο, παρότι οι εκτιμήσεις για τον συνολικό αριθμό των νεκρών του πολέμου και των συνεπειών του διαφέρουν σημαντικά ανάλογα με τη μεθοδολογία.
Και σήμερα, περισσότερο από δύο δεκαετίες μετά την πτώση του Σαντάμ, το ιρακινό κράτος εξακολουθεί να προσπαθεί να επιβάλει το μονοπώλιο της ένοπλης ισχύος μέσα στα ίδια του τα σύνορα.
Αυτό ίσως είναι η πιο σκληρή κληρονομιά της εποχής που τελειώνει.
Οι Αμερικανοί αποχωρούν, αλλά οι φιλοϊρανικές ένοπλες οργανώσεις δεν έχουν εξαφανιστεί. Ορισμένες μάλιστα αρνούνται να καταθέσουν τα όπλα τους, παρά την αποχώρηση του βασικού αντιπάλου που επί χρόνια επικαλούνταν ως λόγο για τη στρατιωτική τους παρουσία.
Το κενό λοιπόν δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ανεξαρτησία.
Μπορεί να σημαίνει απλώς αλλαγή εκείνου που το γεμίζει.
Από την Ουάσιγκτον στην Τεχεράνη;
Αυτό είναι το δεύτερο μεγάλο ερώτημα της επόμενης ημέρας.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ αφαιρεί ένα σημαντικό αντίβαρο απέναντι στην ιρανική επιρροή. Η Τεχεράνη διαθέτει επί χρόνια ισχυρές πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές διασυνδέσεις μέσα στο Ιράκ.
Για τις φιλοϊρανικές δυνάμεις, η εικόνα των τελευταίων Αμερικανών στρατιωτών να εγκαταλείπουν τη χώρα έχει τεράστιο συμβολισμό.
Αλλά το πραγματικό τεστ για την ιρακινή κυριαρχία αρχίζει τώρα.
Διότι κυριαρχία δεν σημαίνει να αντικαταστήσεις την εξάρτηση από την Ουάσιγκτον με εξάρτηση από την Τεχεράνη.
Σημαίνει το κράτος να αποφασίζει ποιος φέρει όπλα, να ελέγχει τα σύνορά του, να διαθέτει τους πόρους του και να καθορίζει την εξωτερική πολιτική του χωρίς ξένα βέτο.
Χειρότερα από το Αφγανιστάν;
Η σύγκριση είναι δελεαστική αλλά όχι απλή.
Στο Αφγανιστάν, η αμερικανική αποχώρηση του 2021 κατέληξε στην αστραπιαία κατάρρευση της κυβέρνησης της Καμπούλ και στην επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία.
Στο Ιράκ δεν υπάρχει αντίστοιχη κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού.
Υπάρχει όμως κάτι διαφορετικό: ένα κράτος που βρίσκεται ανάμεσα σε ανταγωνιστικά κέντρα ισχύος, ένοπλες οργανώσεις, την Τεχεράνη, την Ουάσιγκτον, την Άγκυρα και τις δικές του εσωτερικές εθνοτικές και θρησκευτικές ισορροπίες.
Γι' αυτό και το ερώτημα «Ιράκ ή Αφγανιστάν, ποιο απέτυχε περισσότερο;» ίσως κρύβει το ουσιαστικότερο ζήτημα.
Τι άφησαν τελικά πίσω τους δύο δεκαετίες αμερικανικής στρατιωτικής επέμβασης;
Στην περίπτωση του Ιράκ, άφησαν μια χώρα που επέζησε, αλλά δεν έχει ακόμη λύσει το πρόβλημα της κυριαρχίας της.
Έναν τεράστιο πετρελαϊκό πλούτο, αλλά και μια οικονομία εξαιρετικά εξαρτημένη από αυτόν.
Έναν κρατικό στρατό, αλλά ταυτόχρονα ισχυρές παρακρατικές ένοπλες δομές.
Εκλογές και θεσμούς, αλλά και ένα πολιτικό σύστημα βαθιά σημαδεμένο από τις μεταπολεμικές εθνοθρησκευτικές ισορροπίες.
Και πάνω απ' όλα, ένα κράτος που καλείται να αποδείξει ότι η αποχώρηση μιας ξένης δύναμης σημαίνει κάτι περισσότερο από την αλλαγή φρουράς.
Η πραγματική αποχώρηση τώρα αρχίζει
Η 30ή Σεπτεμβρίου μπορεί να καταγραφεί ως η ημέρα που έκλεισε η αμερικανική στρατιωτική εποχή στο Ιράκ.
Δεν είναι όμως αυτομάτως η ημέρα που γεννήθηκε ένα απολύτως ανεξάρτητο Ιράκ.
Αυτό θα κριθεί από κάτι πολύ δυσκολότερο από την αποχώρηση μερικών χιλιάδων στρατιωτών.
Θα κριθεί από το εάν η Βαγδάτη μπορεί να ελέγξει τις ένοπλες ομάδες στο εσωτερικό της. Από το εάν μπορεί να ισορροπήσει απέναντι στην Τεχεράνη χωρίς να επιστρέψει στην αγκαλιά της Ουάσιγκτον. Από το εάν μπορεί να προστατεύσει Κούρδους, Σουνίτες και Σιίτες μέσα σε ένα κοινό κράτος. Και από το εάν μπορεί κάποτε να διαχειρίζεται τον πετρελαϊκό της πλούτο χωρίς η οικονομική της επιβίωση να περνά μέσα από μηχανισμούς στους οποίους μια ξένη δύναμη διαθέτει τόσο μεγάλη επιρροή.
Σχόλια αναγνωστών